Το Ασχημόπαπο Που Έγινε Κύκνος

Written by  Σεπ 12, 2017

«Επίσημη αγαπημένη». Δύο λέξεις τόσο φορτισμένες. Μου είναι αδύνατο να γράψω ένα κείμενο αντικειμενικό για την επίσημη αγαπημένη, οπότε δε θα προσπαθήσω καν. Πρόκειται για μια ομάδα, που έχει ταυτιστεί με την λέξη «υπέρβαση». Μια ομάδα που τόσο πολύ ταυτίζεται με την ψυχολογία του Έλληνα. Το σύνδρομο καταδίωξης, που μας διακατέχει και την ανάγκη μας, να νιώθουμε πάντα ότι τα βάζουμε με γίγαντες και ξεπερνάμε εμπόδια. Εμπόδια πραγματικά και φανταστικά. Εμπόδια που ακόμα και αν δεν υπάρχουν φροντίζουμε να τα δημιουργήσουμε μόνοι μας. Εμπόδια που, αυτή η ομάδα με την γαλανόλευκη φανέλα, μας έχει καλομάθει να τα ξεπερνάει. Λες και έχει συμβόλαιο με την παγκόσμια αθλητική επιτυχία μια χώρα 11 εκατομμυρίων... ή μήπως έχει;

Ο αθλητισμός έχει αυτή την ακατανίκητη γοητεία, ακριβώς επειδή έχει μέσα του τον ηρωισμό. Το στοιχείο της ανατροπής. Ο ομαδικός αθλητισμός δε, έχει και το στοιχείο της συνεργασίας. Τη μαγική συνταγή, που αν πετύχει, κάνει ένα σύνολο ανθρώπων να αποδίδει πολύ περισσότερο, από ότι θα απέδιδε το άθροισμα του ατομικού ταλέντου τους. Αν υπάρξει η κατάλληλη χημεία. Αν καταφέρεις να τιθασεύεις το εγώ και το βάλεις κάτω από το εμείς. Στοιχείο της ελληνικής κοινωνίας; Σε καμία άλλη περίπτωση, παρά μόνο στο μπάσκετ.

Κάπως έτσι έγινε, λοιπόν, και επιτεύχθηκε αυτή η απόλυτη μεταστροφή της απογοητευτικής εικόνας της Εθνικής του Ελσίνκι, στο ολοκληρωτικό μπάσκετ απέναντι στη δις δευτεραθλήτρια Ευρώπης, Λιθουανία. Ήταν μια μεταστροφή που οφείλεται στην συσπείρωση των Ελλήνων διεθνών, στο πείσμα, την μαγκιά αν θέλετε της ελληνικής μπασκετικής σχολής. Σωστά; Λάθος! Ή μάλλον, για να είμαι πιο ακριβής, και σωστά και λάθος. Η Ελλάδα άλλαξε την εικόνα της τόσο χάρη στην ιδιαιτερότητα της ελληνικής ιδιοσυγκρασίας και στα ψυχικά αποθέματα των παικτών της, όσο και χάρη στην ψυχρή λογική των μπασκετικών αρχών, σταθερών και συνισταμένων. Εξηγούμαι.

Τα τουρνουά των Εθνικών Ομάδων είναι διοργανώσεις πολύ ειδικών συνθηκών. Δεν έχουν καμία σχέση με την Ευρωλίγκα ή τα εθνικά πρωταθλήματα, όπου οι ομάδες μοντάρονται για μήνες, φορμαρίζονται, ντεφορμαρίζονται και φορτσάρουν μες στη χρονιά. Είναι διοργανώσεις των 5, 6 ή 7 αγώνων. Διοργανώσεις των 2,3 εβδομάδων, όπου οι ομάδες που βρίσκονται στο καλύτερο φεγγάρι και καταφέρνουν να συνδυάσουν την εγνωσμένη αξία τους, με τη συγκυρίες και το φορμάρισμα την κατάλληλη περίοδο, διακρίνονται. Για όλους τους παραπάνω λόγους, όλες ανεξαιρέτως, οι Εθνικές Ομάδες ακολουθούν κάθε καλοκαίρι μια περίοδο εντατικής προετοιμασίας για να καταλήξουν να είναι φορμαρισμένες αυτές τις 3 εβδομάδες. Η δική μας ομάδα έφτασε στο Ευρωμπάσκετ ουσιαστικά χωρίς να έχει κάνει προετοιμασία για δύο πολύ σημαντικούς λόγους.

Ο πρώτος ήταν ο τραυματισμός του Γιάννη Αντετοκούνμπο, που υποχρέωσε όλο το επιτελείο να αλλάξει το σχεδιασμό του, λίγες μέρες πριν το πρώτο τζάμπολ. Ο δεύτερος, και κατ' εμέ σημαντικότερος, ήταν η ανεπίτρεπτη αδράνεια της ελληνικής ομοσπονδίας, που άφησε την ομάδα έναν ολόκληρο χρόνο, χωρίς προπονητή και επιτελείο. Μια αδράνεια για την οποία, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, πρέπει να αποδοθούν ευθύνες. Η ομοσπονδία άφησε την ομάδα γυμνή μέχρι την τελευταία στιγμή, οπότε και ζητήθηκε από τον Στρατιώτη-Στρατηγό Μίσσα να κάνει θαύματα και να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά. Και θαύματα ο άνθρωπος έκανε και συνεχίζει να κάνει.

Επί της ουσίας, η εικόνα που είδαμε στο Ελσίνκι ήταν η εικόνα μιας ομάδας σε προετοιμασία. Μιας ομάδας με μεγάλα νεκρά διαστήματα στο παιχνίδι της, χωρίς χημεία, χωρίς ξεκάθαρους ρόλους, με χτυπητές αδυναμίες και ελάχιστες εκλάμψεις καλού μπάσκετ, που όμως παραλίγο να φανούν αρκετές για να κλέψουν νίκες απέναντι σε πιο δουλεμένους αντιπάλους, παρόλο που κάτι τέτοιο δε συνέβη. Όλα τα παραπάνω, για όσους παρακολουθούν μπάσκετ, ήταν ή θα έπρεπε να είναι απόλυτα φυσιολογικά. Έλα όμως που δεν ήταν. Δεν ήταν επειδή, όταν πρόκειται για την Εθνική Ομάδα, κανείς δεν μπορεί να διαχωρίσει τη λογική από το συναίσθημα. Ούτε οι παίκτες, ούτε το επιτελείο, ούτε οι δημοσιογράφοι και πολύ περισσότερο οι φίλαθλοι.

Όσο κατανοητά και αν ήταν τα παραπάνω, δεν μπορούσαμε να δεχθούμε την κάκιστη εικόνα. Δεν μπορούσαμε να συμβιβαστούμε με την – κάτω τα χέρια – ήττα από την Φιλανδία, ούτε με το να παίζουμε την πρόκριση με την Πολωνία. Πολύ απλά, δεν το άντεχε ο ψυχισμός μας. Το ευτύχημα ήταν ότι δεν το άντεχε ούτε ο ψυχισμός των παικτών μας.

Όταν, λοιπόν, το φυσιολογικό δέσιμο μιας ομάδας, που περνάει το στάδιο της προετοιμασίας, συνδυάστηκε με τον, δικαιολογημένα μεγάλο ελληνικό μπασκετικό εγωισμό, οι πλανήτες βρέθηκαν σε απόλυτη συστοιχία και την πλήρωσαν οι έρμοι οι Λιθουανοί, που ακόμα ψάχνουν να βρουν τι τους χτύπησε.

Επειδή οι δυνατότητες της ελληνικής ομάδας, ακόμα και χωρίς τον 10ο καλύτερο παίκτη του κόσμου Γιάννη Αντετοκούνμπο, την κατατάσσουν στο πάνω ράφι του Ευρωπαϊκού Μπάσκετ, αν όχι και στην ελίτ. Επειδή η δυναμικότητα του συγκεκριμένου τουρνουά, με όλες τις απουσίες μεγάλων παικτών σε όλες τις ομάδες, άφηνε περιθώρια αισιοδοξίας, με μοναδικά φόβητρα την Ισπανία και τη Σερβία. Επειδή οι Έλληνες παίκτες, οι μπαρουτοκαπνισμένοι στην Ευρωλίγκα, αδίκησαν ξεκάθαρα τον εαυτό τους στην πρώτη φάση. Για όλους τους παραπάνω λόγους, το ασχημόπαπο... έγινε κύκνος. Κύκνος πανέμορφος και λυγερός, που στην πορεία της διοργάνωσης μπορεί να γίνει γύπας, αετός, δράκος ή δεν ξέρω και εγώ τι άλλο και να κατασπαράξει όποιον βρει στο δρόμο του. Ή μπορεί και όχι.

Με τη δυναμική που έχει αυτή τη στιγμή η Εθνική Ελλάδος και την ψυχολογία με το μέρος της, μπορεί να φτάσει ακόμα και στον τελικό. Ναι. Στον τελικό του Ευρωμπάσκετ, χωρίς τον καλύτερο μας παίκτη. Μπορεί όμως και να αποκλειστεί στο επόμενο νοκ άουτ. Σε κάθε περίπτωση, η πορεία της σε αυτό το 40ο Ευρωμπάσκετ είναι πετυχημένη.

 

Επειδή απέφυγε την αθλητική καταστροφή, που θα έφερνε ένας πρόωρος αποκλεισμός. Επειδή κατάφερε να αναδείξει καινούριους ήρωες και πρωταγωνιστές, που θα κουβαλήσουν την δάδα από την εποχή του Διαμαντίδη, του Σπανούλη και του Παπαλουκά στην εποχή του Αντετοκούνμπο (λέγε με Σλούκα, Καλάθη, Παπαγιάννη, Παπανικολάου). Επειδή κατάφερε, και ίσως αυτό να είναι το πιο σημαντικό, να ανανεώσει τα κύτταρα της και τη σχέση λατρείας με τον κόσμο της. Πολύ περισσότερο με αυτές τις φετινές της αυξομειώσεις στην απόδοση και τα contrast συναισθημάτων. Πολύ περισσότερο, από ότι αν ήταν σταθερά καλή. Ελλάδα, η χώρα που γέννησε το θέατρο. Πώς αλλιώς; Πώς να μην αγαπάς το Drama;

Φωτό: fiba.com

Μαρίνος Γεωργιόπουλος

"Όποιος δεν μπορεί να κάνει, διδάσκει" λέει η γνωστή λαϊκή ρήση. Όποιος δεν μπορεί να κάνει, γράφει, θα συμπληρώσω εγώ.

 
10 χρόνια παρά κάτι μήνες. Τόσο μου πήρε από την 1η δημοτικού μέχρι τα μέσα λυκείου για να το πάρω απόφαση ότι δεν το 'χω ρε παιδάκι μου και να σταματήσω να ταλαιπωρώ διάφορες συνοικιακές ομάδες, προπονητές και τον εαυτό μου. "Εσύ ΔΕ θα σουτάρεις" μου είπε ο τελευταίος μου προπονητής σε έναν αγώνα μετά από ένα air-ball και 2 τούβλα περιοπής.
 
Εεε κάπου εκεί το συνειδητοποίησα. Δεν κάνω για μπάσκετ. Έλα όμως που μου άρεσε το άτιμο το άθλημα! Και μου άρεσε πολύ! Τι να κάνεις λοιπόν; Έγινα και εγώ φίλαθλος μπασκετικός. Κόσμιος και πιστός σε ένα περιβάλλον τίγκα στους ποδοσφαιρόφιλους και έψαχνα να βρω άνθρωπο με το τουφέκι να πω καμιά κουβέντα για pick n roll, box out και άλλα τέτοια ακαταλαβίστικα.
 
Τελικά τον βρήκα τον άνθρωπο και όχι μόνο μπόρεσα να τα συζητάω, αλλά μου έδωσε και - ένας Θεός ξέρει γιατί! - βήμα να τα γράφω κιόλας. Εδώ είμαι λοιπόν. Να μιλάμε για μπάσκετ... και μέχρι να βρεθεί ένας προπονητής (της εξέδρας) να μου πει "Εσύ ΔΕ θα γράφεις!", λέω να κάνω το παιδικό μου όνειρο καθημερινότητα και να συνεχίσω να "σουτάρω".

Leave a comment

Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.

Stavros, 12:12 μμ